Τρίτη, 31 Ιανουαρίου 2012

ΕΠΕΤΕΙΑΚΟ.......(2).

Επετειακή η σημερινή ανάρτηση, γιατί σήμερα το πρωί που σηκώθηκα και είδα το ημερολόγιο σκέφτηκα ότι αν ζούσε ο πατέρας μου, σήμερα θα έκλεινε τα 100 χρόνια του......Πω πω πω.....πέρασε ένας ολόκληρος αιώνας από τότε που είδε για πρώτη φορά το φως της ζωής, πάνω σ’ ένα ορεινό (αλπικό θα έλεγα...) χωριό των Τρικάλων.  Μεγάλωσε μόνο με τον πατέρα του και τη μεγαλύτερη αδελφή του γιατί στα δύο χρόνια του έχασε τη μάνα του.  Στα 16 του άφησε το χωριό του για να βρει καλύτερη τύχη στην περιοχή του Βόλου. Εγινε τσοπάνης σε ένα μικρό κοπάδι πρόβατα αλλά  η ανήσυχη φύση του του υπαγόρευσε ένα πρωί ν’ αφήσει τα προβατάκια κλειδωμένα στο μαντρί και να φύγει για την Αθήνα (ο τσοπάνης με τη μαγκούρα του ακόμα τον περιμένει.......) Συγκατοίκησε με άλλους 15 συμπατριώτες του σ’ ένα παλιό σπίτι στην περιοχή του Θησείου κι έγινε γαλατάς. Ούτε αυτό του άρεσε. Προτίμησε να γίνει καστανάς το χειμώνα και κουλουράς το καλοκαίρι. Το στέκι του ήταν σε μια γωνία της Ιπποκράτους. Ηταν φιλομαθής γιαυτό γράφτηκε στο Α΄ (νυκτερινό) Γυμνάσιο της Πλάκας . Δίπλα στον πάγκο με τα κάστανα και τα κουλούρια είχε και τα βιβλία του. Τότε η περιοχή των Πευκακίων ήταν γεμάτη με πανέμορφα νεοκλασσικά που τα κατοικούσαν πολύ αξιόλογοι άνθρωποι των Γραμμάτων και των Τεχνών. Πολιτικοί και γενικά άνθρωποι με μεγάλες θέσεις την εποχή εκείνη, κατηφορίζοντας προς τα γραφεία τους, έκαναν μια μικρή στάση για να ψωνίσουν τα κουλούρια τους και να πουν δυο κουβέντες με τον νεαρό Βαγγελάκη. Το γεγονός ότι δούλευε σκληρά και ταυτόχρονα διάβαζε τους εντυπωσίαζε. Ενας απ’ αυτούς, ο αείμνηστος Αλέξανδρος Βαμβέτσος, σπουδαίος νομικός τον πήρε υπό την προστασία του. Μόλις τελείωσε το γυμνάσιο τον βοήθησε να διοριστεί στο υπουργείο των τριών ΤΤΤ (τηλεφωνία, τηλεγραφεία, ταχυδρομεία). Τοποθετήθηκε στο ταχυδρομείο Θησείου κι αργότερα στο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο. Στην κατοχή πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση και στο τέλος του πολέμου παντρεύτηκε τη μάνα μου. Απέκτησε 3 παιδιά (την αφεντομουτσουνάρα μου πρώτη και καλύτερη....), έφτιαξε σπίτια, κι  αγωνίστηκε σκληρά να αναστήσει την οικογένειά του εκείνες τις δύσκολες μεταπολεμικές δεκαετίες. Ηταν πολύ τολμηρός, ανήσυχος, εργατικός (χειρώναξ πολλές φορές.....) αλλά λιγομίλητος κι αυταρχικός.  Γενικά  σαν χαρακτήρας ήταν ήρεμος, με μεγάλη αυτοκυριαρχία αλλά αν τον πήγαινες κόντρα (σύζυγος και τέκνα) σου έδειχνε αμέσως ποιός ήταν το αφεντικό. Οι ποικίλες αγωνίες της ζωής αλλά και η εξαιρετικά πικάντικη κουζίνα της μάνας μου, του ανέβασαν πιέσεις, χοληστερίνες και όλα τα σχετικά που οδηγούν στην καρδιακή ανεπάρκεια. Μας άφησε χρόνους το 1981 στα 69 του χρόνια αφού πρόλαβε και είδε την μοναχοκόρη του παντρεμένη με 2 παιδιά.
Θέλω να συμπληρώσω τα εξής. Οταν πρωτοπήραμε το σπίτι μας είχαμε ένα πολύ μεγάλο κήπο κι επειδή το μεγάλο του όνειρο ήταν να κάνει μια φάρμα, το γέμισε με παντός είδους δέντρα και ζαρζαβατικά αλλά κυρίως με ζώα. Κατσίκες, κότες, πάπιες, χήνες, κουνέλια ήταν το σκηνικό μέσα στο οποίο περάσαμε τα παιδικά μας χρόνια. Ηταν δε τόσο φιλοπερίεργος και  δημιουργικός που αγόρασε κλωσσομηχανή και βγάζαμε τα δικά μας κοτοπουλάκια και παπάκια. Μαστόρευε καθημερινά με αποτέλεσμα τη μισή μέρα να γυρίζει σαν τον λέτσο και την άλλη  μισή να κοστουμαρίζεται και να πηγαίνει στο γραφείο του. Κάτι σαν δόκτωρ Τζέκυλ και Μίστερ Χάϊντ ένα πράμα......
Και κάτι τελευταίο.....Το 1968 η χούντα τον απέλυσε (2 χρόνια ήθελε ακόμα για να συμπληρώσει την 35ετία) κι εκείνος δεν κάθισε με σταυρωμένα τα χέρια. Παρόλο που είχε περάσει 3 εμφράγματα, προχώρησε στην υλοποίηση ενός άλλου απωθημένου του. Να γίνει μελισσοκόμος. Πρώτα πήρε τη σακκούλα με τα φάρμακα (ήταν πάντα πολύ τυπικός) ....μετά πήρε κυψέλες.....μετά πήρε τα βουνά και στο τέλος πήρε των...ομματιών του, που λένε, γιατί ήταν μεγάλη η ταλαιπωρία και το κέρδος ελάχιστο.
Αυτά ήθελα να πω για τον πατέρα μου και θυμάμαι ότι η μάνα μου στα γενέθλιά του μας έφτιαχνε πάντα έναν ωραίο σιμιγδαλένιο χαλβά. Τρέχω κι εγώ στην κουζίνα μου να δω αν έχω σιμιγδάλι.......Σκέφτομαι να σκαρώσω κι εγώ έναν ωραίο χαλβά  σήμερα........Ετσι ......για να τους θυμηθώ και τους δυο.......σαν μνημόσυνο.

2 σχόλια:

  1. Αχ Ελένη μου με συγκίνησες και θυμήθηκα κι εγω τον δικό μου (οχι οτι περνάει μέρα να μη τον θυμηθω ),κι εγω χαλβα φτιάχνω όταν τον πεθυμώ πολύ, γιατί ήταν η σπεσιαλιτέ του.Νάσαι καλά!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ελένη μου πολύ όμορφα τα εγραψες για τον μπαμπά σου ....ηρωες αυτοι οι ανθρωποι που δεν το βάζουν κατω στις δυσκολιες της ζωης και προσπαθουν να καταφερουν με παλη το καλυτερο γιαυτους και τις οικογενειες τους...
    Να σαι καλά και να τον θυμάσαι ..και με την γλυκια αναμνηση...
    Εμένα ο μπαμπάς μου ειναι 62 χρονων αν και δεν τον βλέπω καθε μέρα ειναι ομως στο μυαλο μου καθημερινα!

    ΑπάντησηΔιαγραφή