Έτσι
το λέγαμε πάντα και έτσι θα μείνει στη μνήμη μας.....
Ήταν
το μικρό τραπεζάκι του σαλονιού της που το συνόδευαν 4 καρυδένιες καρέκλες με δερμάτινα
καθίσματα και λιονταρίσια (περίπου....) πόδια.
Το
καπάκι του άνοιγε και είχε έναν ρηχό σχετικά αποθηκευτικό χώρο που η μάνα μου
έβαζε τις φωτογραφίες μας. Έτσι οι μουσαφιραίοι μας χάζευαν την ασπρόμαυρη
ιστορία της μέχρι τότε ζωής μας, μέχρι
να καταφτάσει το τρατάρισμα.....
Το
τραπεζάκι λοιπόν ήταν από τα λίγα πράγματα της μάνας μου που δεν χάρισα. Στο
μεταξύ μ’έπιασε ο ιός της καλλιτεχνίας, και τα κύματα της νοσταλγίας μαζί με
την επιμόρφωση που αποκόμισα από το διαδίκτυο ....ήλθαν και με αποτέλειωσαν.
Για
περίπου 10 χρόνια, το καημένο το τραπεζάκι γύρναγε από δω κι από κει μέσα στο
σπίτι, σαν την άδικη κατάρα.
‘Ετσι,
την περασμένη εβδομάδα, ανάμεσα σε έναν οίστρο από μαστορέματα και βαψίματα ,
έφτασε και η δική του ώρα.
Επειδή
όμως είχα πολύ επηρρεαστεί από τα «πριν» και τα «μετά» που έβλεπα στο διαδίκτυο
δεν ήθελα απλώς να το φρεσκάρω αλλά να το κάνω αγνώριστο.
Επειδή
η παλιά επιφάνεια είχε φθαρεί αρκετά, κόλλησα από πάνω (στις ίδιες διαστάσεις
φυσικά....) ένα κομμάτι κόντρα πλακέ.
Σε
μια παλαιότερη προσπάθεια αναπαλαίωσης, είχα ήδη αφαιρέσει το παλιό βερνίκι του
με διαβρωτικό. Τώρα λοιπόν το πέρασα με ένα χρώμα που έφτιαξα μόνη μου και το
οποίο λέγεται chalk paint, δηλ. χρώμα μαυροπίνακα. Το έκανα με ακρυλικό και
στόκο πλακιδίων σε σκόνη, αυτόν που κλείνουμε τους αρμούς.
Η
δοσολογία αποτελείται από μία κούπα (τσαγιού) χρώμα και δύο κουταλιές (σούπας)
στόκο. Φυσικά έκανα μια μεγαλύτερη ποσότητα για να μου φτάσει. Πρέπει όμως να
κάνουμε τόση ποσότητα, όση χρειαζόμαστε για μια συγκεκριμένη δουλειά γιατί αν
μείνει...πήζει.
Καλό
είναι να διαλύσουμε πρώτα τον στόκο με λίγο νεράκι πριν τον ρίξουμε στο χρώμα.
Το
πλεονέκτημα αυτού του υλικού είναι ότι μπορεί να εφαρμοστεί πάνω σε οποιαδήποτε
επιφάνεια χωρίς προετοιμασία. Εγώ όταν αφαίρεσα το παλιό βερνίκι δεν είχα
αποφασίσει ακόμα για την τελική του επεξεργασία αλλά και δεν είχα ιδέα μέχρι
τότε για την ύπαρξη αυτής της τεχνοτροπίας.
Το
πέρασα συνολικά τρία χεράκια. Αφού στέγνωνε το κάθε χέρι το έτριβα ελαφρά με
ψιλό γιαλόχαρτο (το ειδικό σφουγγαράκι) σκούπιζα καλά με ένα νωπό πανί και μετά
συνέχιζα. Αυτό γίνεται διότι κατά το στέγνωμα εμφανίζεται κάτι σαν ψιλή άμμος
(λόγω του στόκου) και πρέπει να αφαιρείται.
Το
τελικό αποτέλεσμα παρουσιάζει μία εξαιρετικά βελούδινη όψη (και στην αφή αλλά
και στο....μάτι). Υπάρχουν κι έτοιμα τέτοια χρώματα που τα χαρακτηρίζει το εφφέ
της πούδρας...αλλά είναι ακριβούτσικα (και μας αρέσουν και οι πάσης φύσεως
πειραματισμοί....χα χα χα).
Στις γωνίες και τις ακμές του πέρασα με τη σπάτουλα ένα καφετί ακρυλικό για να φαίνεται φθαρμένο (κανονικά θα έπρεπε να το γιαλοχαρτίσω για να φανεί το σκούρο χρώμα του ξύλου.....αλλά βαρέθηκα).
Και
φυσικά, εκεί που έδωσα τα ρέστα μου, ήταν στο καπάκι του.
Στην
αρχή είχα σκεφτεί να του κάνω ένα σχέδιο με ψηφιδωτό αλλά επειδή θα
χρειαζόμουνα ιδιαίτερα μαθήματα, η ιδέα απορρίφθηκε γιατί βιαζόμουνα να το
τελειώσω.
Μετά ενέσκηψε νέα ιδέα που υπαγόρευε να του κολλήσω διάσπαρτες κάποιες παλιές παριζιάνικες εικόνες
(Πύργο του Άϊφελ, ρομαντικές φιγούρες κυριών με καπελαδούρες και άλλα τέτοια
ξεκάρφωτα....).
Αλλά
επειδή τελικά είμαι κλασικούρα μέχρις αηδίας, είπα να ζωγραφίσω με ακρυλικά ένα
μοτίβο στις τέσσερις άκρες του και να τελειώνει εκεί το θέμα.....(σαν καρεδάκι
του παλιού καιρού).
Συγχωρείστε με για τις φωτό που είναι για κλάματα.....αλλά σκεφτείτε ότι κι εμένα που είμαι μια κούκλα....πόσο με αδικούν οι κακοί φωτισμοί (και οι ατζαμήδες φωτογράφοι επίσης).
Αν σας άρεσε το μοτίβο μου μπορείτε να το αντιγράψετε (το βούτηξα από την εξαιρετική Graphics Fairy κι έχει πολύ καλή ανάλυση εικόνας).
Στο
τέλος το πέρασα και με βερνίκι νερού σατινέ για να αντέχει κι ευχηθείτε
μου......εις άλλα με υγεία.
Και μέχρι ο...κάβουρας να κάνει την ανάρτηση μπήκε κι ο Φλεβάρης, οπότε να σας ευχηθώ και ΚΑΛΟ ΜΗΝΑ ΜΕ ΥΓΕΙΑ....
Σας
φιλώ.....


